|
Δεν γνωρίζουμε κάποιο μοναδικό αίτιο για τη σχιζοφρένεια. Πολλές ασθένειες, όπως για παράδειγμα οι καρδιοπάθειες, είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς γενετικών, συμπεριφορικών ή / και άλλων παραγόντων. Αυτό πιθανώς ισχύει και για τη σχιζοφρένεια. Δεν έχουμε κατανοήσει όλους τους παράγοντες που παίζουν ρόλο στη σχιζοφρένεια. Ωστόσο, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η ασθένεια οφείλεται σε κάποια ανωμαλία στη λειτουργία του εγκέφαλου. Έχουμε μπορέσει να αναγνωρίσουμε αρκετούς από αυτούς τους παράγοντες.
Η σχιζοφρένεια είναι μια ασθένεια του εγκεφάλου. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τα συμπτώματά της προκαλούνται από ανωμαλίες στη μεταβίβαση και επεξεργασία πληροφοριών στον εγκέφαλο. Τα νευρικά κύτταρα στον εγκέφαλο επικοινωνούν μεταξύ τους εκλύοντας χημικές ουσίες από τις νευρικές απολήξεις. Αυτές οι χημικές ουσίες ονομάζονται νευροδιαβιβαστές. Πολλά από τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας έχουν συσχετισθεί με ανώμαλη δραστηριότητα συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών.
Η έρευνα δείχνει ότι υπάρχει μια τάση για περισσότερα από ένα κρούσματα σχιζοφρένειας μέσα σε μια οικογένεια και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι κληρονομική. Ένα παιδί με ένα γονέα με σχιζοφρένεια έχει μια πιθανότητα περίπου 10% να εμφανίσει την αρρώστια. Στο γενικό πληθυσμό αυτός ο κίνδυνος είναι περίπου 1%. Και όμως σε ομοζυγώτες διδύμους –που μοιράζονται την ίδια γενετική σύνθεση– υπάρχει πιθανότητα 50% ότι θα επηρεαστούν και οι δύο δίδυμοι. Αυτό δείχνει ότι η σχιζοφρένεια δεν είναι προδιαγεγραμμένη στη βάση μόνο γενετικών παραγόντων, ακόμη και εάν γενετικοί παράγοντες παίζουν ρόλο.
Άλλες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι οι περιβαλλοντικές επιδράσεις μπορεί να επηρεάσουν τον εγκέφαλο στα πρώιμα στάδια της ζωής ή ακόμη και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αυτή η επίδραση μπορεί να δημιουργήσει σε ορισμένους ανθρώπους μια προδιάθεση για τη σχιζοφρένεια. Πιστεύεται ότι ένας συνδυασμός από παράγοντες κινδύνου παίζουν σημαντικό ρόλο και ότι η ασθένεια δεν είναι το αποτέλεσμα μόνο ενός αιτίου.
Η δυνατότητα που έχουμε να εξετάζουμε τους εγκεφάλους των ανθρώπων με απεικονίσεις μαγνητικής τομογραφίας έχει δείξει με σαφήνεια ότι ο εγκέφαλος των ανθρώπων με σχιζοφρένεια έχει δομικές ανωμαλίες. Οι επιστημονικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια έχουν διογκωμένες κάποιες κοιλότητες που βρίσκονται στον εγκέφαλο και ονομάζονται κοιλίες του εγκεφάλου.
Επίσης, η λειτουργία του εγκεφάλου φαίνεται να είναι διαφορετική στις λειτουργικές απεικονιστικές μελέτες. Οι ενδείξεις υποδηλώνουν ότι αυτή η διόγκωση οφείλεται σε ανωμαλίες στη δομή συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου. Ωστόσο αυτές οι ανωμαλίες είναι λεπτές και δεν τις διακρίνουμε σε όλους τους ανθρώπους με σχιζοφρένια.
Οι μικροσκοπικές μελέτες του εγκεφαλικού ιστού, ύστερα από το θάνατο, έχουν επίσης αποκαλύψει μικρές αλλαγές στην κατανομή ή τον αριθμό των εγκεφαλικών κυττάρων στους ανθρώπους με σχιζοφρένια. Φαίνεται ότι πολλές, από αυτές τις αλλαγές, αλλά πιθανώς όχι όλες, υπάρχουν ήδη πριν νοσήσει το άτομο. Επομένως, πιστεύεται ότι η σχιζοφρένεια μπορεί να είναι, εν μέρει, μια διαταραχή στην ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Η βελτίωση στις τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου έχει επιβεβαιώσει τις ανωμαλίες σε συγκεκριμένα νευρικά κύτταρα και στους νευροδιαβιβαστές τους, που ονομάζονται ντοπαμίνη και σεροτονίνη, και παίζουν σημαντικό ρόλο στη σχιζοφρένεια. Η θεραπευτική αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας στηρίζεται στα φάρμακα. Το πιο σημαντικό είδος φαρμάκων ή δραστικών ουσιών που χρησιμοποιούνται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας ονομάζονται αντιψυχωσικά. Αυτά τροποποιούν τα αποτελέσματα αυτών των δύο νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο.
Διαβάστε περισσότερα για τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας
|