|
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαγνώσουμε πολλές ψυχιατρικές διαταραχές και η σχιζοφρένεια δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Δεν υπάρχουν τεστ που να μπορούν με έναν οριστικό τρόπο να πουν ότι ένας άνθρωπος πάσχει από σχιζοφρένεια. Επομένως, η διάγνωση εξαρτάται από τον αποκλεισμό άλλων αιτίων που μπορεί να προκαλούν συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της σχιζοφρένειας, όπως είναι: η κατάχρηση ουσιών, η επιληψία, οι όγκοι του εγκεφάλου και η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς.
Χρειάζεται να αποκλείσουμε και άλλες ασθένειες, καθώς κάποιες φορές οι άνθρωποι υποφέρουν από σοβαρά ψυχικά συμπτώματα σχιζοφρένειας, εξαιτίας κάποιων υποκείμενων ιατρικών προβλημάτων που δεν έχουν διαγνωστεί. Πριν φτάσει κανείς στη διάγνωση της σχιζοφρένειας, πρέπει να ληφθεί ένα ιατρικό ιστορικόκαι να γίνει μια φυσική εξέταση καθώς και εργαστηριακοί έλεγχοι, για να αποκλειστούν άλλα πιθανά αίτια. Καθώς δραστικές ουσίες, ή φάρμακα που συχνά χρησιμοποιούνται με λανθασμένο τρόπο μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα που μοιάζουν με τη σχιζοφρένεια, μπορεί να χρειαστεί να γίνουν έλεγχοι σε δείγματα αίματος και ούρων για τυχόν παρουσία αυτών των ουσιών.
Από τη στιγμή που θα αποκλειστούν άλλα αίτια, τότε ο γιατρός πρέπει να κάνει μια διάγνωση που να στηρίζεται μόνο στα συμπτώματα που παρατηρούνται στον ασθενή και αναφέρονται από τον ασθενή και την οικογένειά του/της. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα και καθυστερήσεις, καθώς πολλά συμπτώματα μπορεί να μην είναι εμφανή μέχρις ότου η ασθένεια είναι σε σχετικά προχωρημένο στάδιο.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι για να γίνει μια οριστική διάγνωση θα πρέπει τα συμπτώματα να υπάρχουν για τουλάχιστον 6 μήνες. Τα διαγνωστικά κριτήρια που στηρίζονται σε επίσημες συστάσεις ονομάζονται κριτήρια του DSM IV.
Διαβάστε περισσότερα για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας
|