|
Κατάχρηση ουσιών αποκαλείται η χρήση μιας φαρμακευτικής ή άλλης ουσίας με σκοπό όχι θεραπευτικό αλλά ψυχοδραστικό. Αναφέρεται στην κατάχρηση παρανόμως παραγόμενων ουσιών ή και νομίμως χορηγούμενων φαρμάκων, αλλά για σκοπό διαφορετικό από τον προβλεπόμενο. Στις περισσότερες περιπτώσεις η εν λόγω ουσία λαμβάνεται και σε υπερβολική ποσότητα.
Ο εθισμός είναι μια κατάσταση σωματικής ή / και ψυχολογικής εξάρτησης από μία ουσία. Ο σωματικός εθισμός προκαλεί ανοχή στην συγκεκριμένη ουσία. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες του φαρμάκου, προκειμένου να επιτευχθούν τα ίδια αποτελέσματα. Ως αποτέλεσμα του εθισμού και της ανοχής, έχουμε την εμφάνιση στερητικών συμπτωμάτων όταν ο χρήστης σταματήσει τη λήψη της ουσίας. Τα συμπτώματα υποχωρούν όταν ο χρήστης ξαναρχίσει τη χρήση ή αυξήσει τη λαμβανόμενη ποσότητα.
Η κατάχρηση δεν αφορά μόνο παράνομες ουσίες όπως η
ηρωϊνη, η κάνναβις, η
κοκαϊνη ή το έκστασι, αλλά και νομίμως χορηγούμενα φάρμακα, όπως τα ηρεμιστικά, τα αναλγητικά, ή παυσίπονα και τα υπνωτικά. Ακόμη και φάρμακα του εμπορίου, που δεν προϋποθέτουν συνταγή, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξάρτησης, π.χ. θεραπευτικά βότανα ή αντιβηχικά.
Επίσης ο εθισμός ή η εξάρτηση από το αλκοόλ αποτελεί ένα ζήτημα που προκαλεί όλο και περισσότερο την ανησυχία των επαγγελματιών υγείας.
Η κατάχρηση ουσιών συνοδεύεται από μεγάλο αριθμό κινδύνων. Ορισμένοι εξ αυτών είναι:
- Κίνδυνοι για την προσωπική ασφάλεια (θάνατος ή τραυματισμός ως αποτέλεσμα υπερβολικής δόσης, ατυχήματος ή επιθετικής συμπεριφοράς).
- Βλάβες στην υγεία (συμπεριλαμβανομένων των εγκεφαλικών βλαβών, της κίρρωσης του ήπατος, των ψυχικών διαταραχών κ.λ.π.).
- Προβλήματα με το νόμο (κίνδυνοι φυλάκισης, πρόστιμα και αποζημιώσεις και εγκληματικό ποινικό μητρώο).
- Ετεροκαταστροφική (προς τους οικείους) ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.
H τοξικοεξάρτηση αποτελεί συνήθη αιτία οικονομικής δυσπραγίας και προβλημάτων στον χώρο εργασίας ή το σχολείο. Συχνά οι εξαρτημένοι καταφεύγουν στα ψέματα ή τις κλοπές για να τροφοδοτήσουν την έξη τους. Το αποτέλεσμα είναι στο τέλος να χάνουν τη στήριξη της οικογένειας και των φίλων τους. Οι εξαρτημένοι ενδέχεται να βιώνουν ενοχή ή ντροπή, που προκύπτει από τις επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειές τους να ελέγξουν την έξη τους. Ωστόσο, σε πείσμα όλων αυτών, οι τοξικοεξαρτημένοι συχνά αρνούνται να παραδεχθούν ότι έχουν πρόβλημα.
Παρ’ όλες τις αρνητικές επιπτώσεις, οι άνθρωποι που κάνουν κατάχρηση φαρμάκων ή αλκοόλ είναι συνήθως πλήρως παραδομένοι στον εθισμό τους και τείνουν να παραβλέπουν το πρόβλημά τους ή τη βλάβη που προκαλούν οι ουσίες στους εαυτούς τους και τους άλλους. Μερικοί μάλιστα πιστεύουν ότι δεν έχουν καν κάποιο πρόβλημα. Αυτή η υποσυνείδητη άρνηση είναι ένα από τα γνωρίσματα της τοξικοεξάρτησης.
Στην κατάχρηση ουσιών οδηγείται κανείς για ποικίλους λόγους. Η κατανόηση του τι ωθεί το κάθε άτομο στην τοξικοεξάρτηση μπορεί να συμβάλει στην εξήγησή της. Τα αίτια του εθισμού σχετίζονται με τον τύπο της ουσίας που χρησιμοποιείται, της συνθήκες λήψης της και την προσωπικότητα του χρήστη.
Άνθρωποι οι οποίοι υποφέρουν από ψυχικές διαταραχές όπως η Διπολική Διαταραχή, ή η
Σχιζοφρένεια, ή οι ενήλικες με
ΔΕΠ-Υ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τοξικοεξάρτησης ή κατάχρησης αλκοόλ. Είναι συνεπώς πολύ σημαντικό κατά την θεραπεία ασθενών με ιστορικό κατάχρησης ουσιών να εντοπισθεί και να θεραπευθεί η υποκείμενη διαταραχή. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και με τον αλκοολισμό.
Ορισμένα φαρμακευτικά σκευάσματα όπως τα υπνωτικά ή τα παυσίπονα προκαλούν σωματική εξάρτηση. Επιφέρουν αλλαγές στο σώμα, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαραίτητη η λήψη της φαρμακευτικής ουσίας, προκειμένου αυτό να συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά. Το φαινόμενο αυτό αποκαλείται «ανοχή». Η μη λήψη του φαρμάκου οδηγεί σε δυσάρεστα στερητικά συμπτώματα, τα οποία αποφεύγει κανείς μόνο παίρνοντας περισσότερα φάρμακα.
Άλλες ουσίες μπορεί να προκαλέσουν ψυχολογική εξάρτηση. Στην περίπτωση αυτή ο χρήστης αποζητά την ουσία και βασίζεται ολοένα και περισσότερο στα αισθήματα που η χρήση της του γεννά. Θετικά αισθήματα όπως η χαλάρωση, η αυτοπεποίθηση, η αυτο-εκτίμηση, η απαλλαγή από το άγχος κτλ. οδηγούν τους ανθρώπους στη λήψη περισσότερων ουσιών. Στην περίπτωση αυτή η ανάγκη για τη λήψη της ουσίας δεν αποτελεί απλώς μια περιστασιακή επιθυμία αλλά μια ακατανίκητη παρόρμηση.
Επιστημονικές μελέτες υποδεικνύουν ότι ορισμένα άτομα ενδεχομένως διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τοξικοεξάρτησης σε σχέση με άλλα. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κληρονομήσει από τους γονείς τους μια προδιάθεση στον εθισμό. Ωστόσο, κοινωνικές πιέσεις ή άλλοι εξωγενείς παράγοντες όπως το stress, η φτώχεια ή κάποιες παθήσεις μπορεί επίσης να παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο. Η παρότρυνση από συνομιλήκους, η συναισθηματική δυσφορία και η χαμηλή αυτό-εκτίμηση μπορούν επίσης να οδηγήσουν στην κατάχρηση ουσιών. Η τυχόν εύκολη πρόσβαση σε εξαρτησιογόνες ουσίες αποτελεί επίσης υποβοηθητικό παράγοντα.
Αν ένα πρόσωπο καταφεύγει στην κατάχρηση ουσιών για να νιώσει καλύτερα ή να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα, είναι πολύ πιθανό να αρχίσει να βασίζεται στο ποτό ή τα ναρκωτικά για να αποφεύγει δυσάρεστα αισθήματα ή καταστάσεις. Μπορεί έτσι να ξεχάσει ή να μην μάθει ποτέ τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για να σταθεί κανείς στη ζωή.
Οι περισσότεροι άνθρωποι ξεκινούν τη χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών ως περιστασιακή ψυχαγωγική δραστηριότητα. Αλλά ό,τι αρχικά μπορεί να μοιάζει ελεγχόμενη απολαυστική χρήση, σύντομα αποκτά τελείως διαφορετικές διαστάσεις και η αρχικά θετική εμπειρία αρχίζει να προετοιμάζει το έδαφος για έναν εθισμό.
Έχοντας μια πρώτη θετική εμπειρία, οι χρήστες καταφεύγουν, προκειμένου να την επαναλάβουν, στην συνέχιση της χρήσης και σταδιακά αυξάνουν τη συχνότητα λήψης της ουσίας. Σε κάποιο στάδιο ο χρήστης θα βρεθεί είτε σωματικά είτε ψυχολογικά εξαρτημένος και δεν θα μπορεί να κόψει τη συνήθεια λήψης της ουσίας. Δεν θα έχει άλλη επιλογή τότε από το να συνεχίσει, προκειμένου να αισθάνεται καλά.
Ο εθισμός και η κατάχρηση ουσιών επηρεάζει διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων με διαφορετικούς τρόπους. Κάποιοι μπορεί να χρειάζονται το ποτό ή άλλη ουσία προκειμένου να αισθανθούν αρκετή αυτοπεποίθηση στην κοινωνική συναναστροφή. Μπορεί να χρειάζονται την ημερήσια δόση τους για να αποφύγουν τα στερητικά συμπτώματα. Κάποιοι χρησιμοποιούν το ποτό ή τις άλλες ουσίες για να ξεχάσουν προσωπικά τους προβλήματα και άλλοι για να αντιμετωπίσουν το stress της καθημερινής ζωής. Μολονότι ενδέχεται να μην αναγνωρίζουν το πρόβλημά τους, οι άνθρωποι αυτοί βασίζονται στην αγαπημένη τους ουσία για να αισθανθούν καλύτερα και να αντέξουν. Αποκτούν έτσι εθισμό και γίνονται εξαρτημένοι.
Η κατάχρηση ουσιών στους εφήβους και τους νέους ενήλικες
Η κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ουσιών είναι πολύ συχνή στους νέους και οι επιπτώσεις της μπορεί να είναι σοβαρές. Μεγάλος αριθμός θανάτων νέων ηλικίας 15 έως 24 ετών οφείλεται σε δυστυχήματα, φόνους ή αυτοκτονίες που συχνά αποτελούν άμεσο αποτέλεσμα της χρήσης αλκοόλ ή ναρκωτικών. Η κατάχρηση ουσιών συμβάλλει επίσης στη διάπραξη αδικημάτων όπως οι βιασμοί και οι επιθέσεις.
Η τακτική και επαναλαμβανόμενη χρήση για ψυχαγωγικούς σκοπούς μπορεί να οδηγήσει και σε άλλα προβλήματα όπως το άγχος και η κατάθλιψη. Ορισμένοι έφηβοι χρησιμοποιούν συστηματικά το αλκοόλ ή τις άλλες ουσίες για να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις της κατάθλιψης, του άγχους ή της έλλειψης θετικών κοινωνικών δεξιοτήτων. Το κάπνισμα και η χρήση αλκοόλ από την πλευρά των εφήβων μπορεί μερικές φορές να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη χρήση και άλλων ουσιών, όπως η μαριχουάνα, η κοκαϊνη, τα παραισθησιογόνα, τα εισπνεόμενα και η ηρωϊνη. Από ένα συνδυασμό περιέργειας, έξαψης μπροστά στο απαγορευμένο και στον κίνδυνο από τη μια και κοινωνικών πιέσεων από την άλλη μπορεί κάποτε ένας έφηβος να αντιμετωπίσει μεγάλη δυσκολία στο να πει όχι στα ναρκωτικά.
Αν το οικογενειακό ιστορικό του εφήβου περιλαμβάνει κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ουσιών, και αν ο ίδιος διακρίνεται από έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων, μπορεί γρήγορα να περάσει από τον πειραματισμό σε μορφές σοβαρής κατάχρησης και εξάρτησης. Ωστόσο και οι έφηβοι χωρίς αντίστοιχο οικογενειακό ιστορικό διατρέχουν εξίσου μεγάλους κινδύνους. Οι έφηβοι με σχετικό οικογενειακό προηγούμενο θα πρέπει να αποτρέπονται από οποιονδήποτε πειραματισμό στην λήψη ουσιών. Είναι αδύνατο να προβλεφθεί ποιος θα οδηγηθεί στην κατάχρηση και τον εθισμό. Μόνο όποιος δεν είναι χρήστης μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα ότι δεν θα εθιστεί.
Οι προειδοποιητικές ενδείξεις ότι ένας έφηβος ρέπει στην κατάχρηση ουσιών περιλαμβάνουν:
- Επιδείνωση των σχολικών επιδόσεων
- Αλλαγή φίλων και συναναστροφών
- Παραβατική συμπεριφορά
- Επιδείνωση των οικογενειακών σχέσεων
Ενδέχεται να υπάρχουν και σωματικές ενδείξεις, Αυτές μεταξύ άλλων είναι:
- Κοκκινισμένα μάτια
- Επίμονος βήχας
- Επίμονο «τρέξιμο της μύτης», όπως στο συνάχι
- Αλλαγή των διατροφικών συνηθειών και των συνηθειών του ύπνου
Η εξάρτηση από το αλκοόλ ή άλλες ουσίες μπορεί επίσης να εμφανίζει επεισόδια απώλειας της συνείδησης, στερητικά συμπτώματα και σοβαρά προβλήματα στο σχολείο, τη δουλειά ή την οικογένεια.
Η αντιμετώπιση της κατάχρησης και της εξάρτησης
Το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση είναι η αναγνώριση του προβλήματος από τον πάσχοντα. Επίσης, ο αποκλεισμός άλλης υποκείμενης ψυχικής διαταραχής. Ο οικογενειακός γιατρός ή ο γενικός παθολόγος μπορεί να παράσχει τις πρώτες συμβουλές και να συστήσει κάποιον ειδικευμένο θεραπευτή για την θεραπεία της εξάρτησης.
Οι άνθρωποι που έχουν εξαρτηθεί σωματικά ή ψυχολογικά από το αλκοόλ ή άλλες ουσίες συχνά συνειδητοποιούν ότι έχουν φτάσει να κάνουν χρήση σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι συνήθιζαν προηγουμένως. Μπορεί τότε να επιχειρήσουν να περιορίσουν τη λήψη είτε μειώνοντας την ποσότητα της δόσης είτε περνώντας σε άλλη ουσία. Μπορεί για παράδειγμα να αποφασίσουν ότι θα πίνουν ή θα κάνουν χρήση σε ορισμένες μόνο μέρες είτε να το γυρίσουν λ.χ. από το ουίσκι στη μπίρα, από την κάνναβι στο αλκοόλ, από την ηρωϊνη στη μεθαδόνη κ.ο.κ.
Σε μερικές περιπτώσεις η προσπάθεια περιορισμού της χρήσης, συνοδεύεται από μία αλλαγή στον τρόπο ζωής, π.χ. μετακόμιση ή αλλαγή εργασίας. Ωστόσο, συχνά οι απόπειρες αυτές καταλήγουν στην αποτυχία προς μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση του ενδιαφερόμενου. Οι χρήστες θα πρέπει τότε να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι η σχέση τους με την ουσία είναι εκτός ελέγχου και ότι χρειάζονται τη βοήθεια ειδικού για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.
Η θεραπεία θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες του συγκεκριμένου ατόμου. Δεν υπάρχει μία θεραπεία που να ταιριάζει σε όλους. Η επιλογή του συγκεκριμένου τύπου θεραπείας θα πρέπει να καθορίζεται από την ουσία που έχει προκαλέσει την εξάρτηση καθώς και από την προσωπικότητα του ασθενούς. Οι θεραπείες μπορεί να είναι είτε ψυχολογικές, όπως η συμπεριφορική θεραπεία, είτε φαρμακευτικές για την αντιμετώπιση των στερητικών συμπτωμάτων. Οι περιοχές ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια της θεραπείας περιλαμβάνουν:
- Την αποτοξίνωση (τη διαδικασία τερματισμού της λήψης και αντιμετώπισης της σωματικής εξάρτησης)
- Την αποφυγή της υποτροπής
- Την αντιμετώπιση της υποτροπής
- Την μακροπρόθεσμη επανένταξη
Διαβάστε περισσότερα για τις Σχετιζόμενες με το Αλκοόλ Διαταραχές
|