|
Τα διεγερτικά είναι φάρμακα τα οποία διεγείρουν τον εγκέφαλο, και τείνουν να αυξάνουν το αίσθημα επαγρύπνησης και την σωματική δραστηριότητα. Περιλαμβάνουν τις αμφεταμίνες, την κοκαϊνη, το κρακ, και ορισμένα εισπνεόμενα όπως τα νιτρικό αμύλιο και βουτύλιο.
Η κάθε διεγερτική ουσία επενεργεί στο σώμα με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, τα αζωτούχα εισπνεόμενα προκαλούν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων, η κοκαϊνη και το κρακ τροποποιούν τα επίπεδα του εγκεφαλικού νευροδιαβιβαστή της σεροτονίνης, οι αμφεταμίνες επηρεάζουν την έκλυση άλλων ουσιών του σώματος, όπως η αδρεναλίνη και η ντοπαμίνη. Γενικά μιλώντας, όλα αυτά τα διεγερτικά έχουν παρόμοια τελικά αποτελέσματα, προκαλώντας ψυχική ή / και σωματική διέγερση. Αυτή γίνεται αντιληπτή ως αυξημένη σωματική ζωτικότητα ή / και ως όξυνση και επιτάχυνση της σκέψης.
Αμφεταμίνη
Γνωστή στους χρήστες ως «σπιντ», billy whiz, sulfate, fast, uppers, ή «μαύρη καλλονή», «μπλουζ», ή black & white (αν πρόκειται για συνταγογραφούμενη αμφεταμίνη).
Η ιατρική χρήση των αμφεταμινών για την αντιμετώπισης της ήπιας κατάθλιψης ήταν πολύ διαδεδομένη στις δεκαετίας του ’50 και του ’60. Ωστόσο λόγω των παρενεργειών τους και των εθιστικών τους ιδιοτήτων τα περισσότερα σχετικά προϊόντα αποσύρθηκαν από την αγορά. Με την κατάλληλη χρήση οι αμφεταμίνες ενισχύουν το αίσθημα επαγρύπνησης και την σωματική ευεξία. Συνταγογραφούνται ακόμη για τη ναρκοληψία ( μια σπάνια διαταραχή του ύπνου) και για τα παιδιά με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής-υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) . Τα σκευάσματα αμφεταμίνης μπορούν να εξασφαλισθούν με νόμιμους ή παράνομους τρόπους και στη συνέχεια να διοχετευθούν στη μαύρη αγορά υπό μορφή δισκίων ή κάψουλων.
Η θειική
αμφεταμίνη, που παρασκευάζεται παράνομα, είναι η πιο διαδεδομένη μεταξύ των εξαρτημένων. Είναι μια λεπτή υπόλευκη σκόνη που συνήθως περιέχει μόνο κατά 6 με 10% καθαρή αμφεταμίνη, ενώ το υπόλοιπο είναι οτιδήποτε: από μπέικιν πάουντερ μέχρι καθαρτικό. Οι χρήστες παίρνουν την αμφεταμίνη ρουφώντας την από τη μύτη («σνιφάροντας»), βάζοντας μια μικρή ποσότητα στη γλώσσα, διαλύοντάς την σε ποτό, τυλίγοντάς την σε τσιγαρόχαρτο και καταπίνοντάς την ή καπνίζοντάς την καθώς και σε ενέσιμη μορφή.
Η αμφεταμίνη είναι διεγερτικό του εγκεφάλου, δηλαδή αυξάνει την εγκεφαλική δραστηριότητα. Επίσης προκαλεί έκλυση αδρεναλίνης, οδηγώντας σε αύξηση των σφυγμών και επιτάχυνση της αναπνοής, υψηλή πίεση και μείωση της όρεξης. Υπό την επήρεια αμφεταμίνης, οι χρήστες συχνά βιώνουν μια προσωρινή ενίσχυση της αυτοπεποίθησής τους και αισθάνονται ιδιαίτερη ενεργητικότητα. Μπορεί να γίνονται υπερβολικά ομιλητικοί και υπερκινητικοί και να ξυπνούν συχνά στη διάρκεια του ύπνου. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ονομασία της «σπιντ» που παραπέμπει στην ταχύτητα. Συχνά οι χρήστες δυσκολεύονται να χαλαρώσουν, αδυνατούν να κοιμηθούν και έχουν περιορισμένη όρεξη. Ωστόσο, οι αμφεταμίνες δεν εξαφανίζουν την ανάγκη για τροφή και ανάπαυση, απλώς μεταθέτουν την ικανοποίησή της. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εθισμένοι στην αμφεταμίνη καταλήγουν στην πλήρη εξάντληση μετά από μία περίοδο παρατεταμένης χρήσης.
Σε ενέσιμη μορφή, η αμφεταμίνη επενεργεί ακαριαία. Η κατάποση ή το σνιφάρισμα αμφεταμίνης σε σκόνη φέρνει αποτελέσματα μετά από 10-40 λεπτά. Ως φαρμακευτικά σκευάσματα οι αμφεταμίνες μπορεί να έχουν άμεση ή καθυστερημένη δράση. Σε γενικές γραμμές, η επήρεια μιας δόσης αμφεταμίνης διαρκεί περίπου 3-6 ώρες.
Η αμφεταμίνη μπορεί να προκαλέσει ευερεθιστότητα, αίσθημα αδημονίας, τέντωμα των μυών της σιαγόνας και φθορά των δοντιών. Καθώς οι χρήστες δεν κοιμούνται και δεν τρώνε πολύ και εμφανίζουν υπερκινητικότητα τα επακόλουθα της μακρόχρονης λήψης αμφεταμίνης είναι μεταξύ άλλων η υπερκόπωση, το αίσθημα πείνας, η ατονία και η κατάθλιψη. Άλλες παρενέργειες αποτελούν το θάμβος όρασης, η αϋπνία και η ζάλη. Πολλές γυναίκες που κάνουν χρήση αμφεταμίνης εμφανίζουν διαταραχές ή και διακοπή της περιόδου.
Για τη διατήρηση του επιθυμητού αποτελέσματος, οι τακτικοί χρήστες αναγκάζονται να αυξάνουν τις δόσεις τους. Όταν σταματούν, γίνονται καταθλιπτικοί και ληθαργικοί. Οι υψηλές δόσεις, ιδίως αν επαναλαμβάνονται συχνά, μπορούν να προκαλέσουν συγχυτικό παραλήρημα, κρίσεις πανικού, ψευδαισθήσεις και παρανοϊκό ιδεασμό.
Οι αμφεταμίνες είναι ψυχολογικά εθιστικές. Οι χρήστες συχνά αποκτούν εξάρτηση από το φάρμακο προκειμένου να αποφύγουν την κατάθλιψη
που συνοδεύει τη λήξη της επενέργειάς του. Το αποτέλεσμα είναι ο χρήστης να καταφεύγει σε όλες και μεγαλύτερες και όλο και συχνότερες δόσεις αμφεταμινών ή να παίρνει επίσης άλλα πιο ισχυρά φάρμακα ή ουσίες. Το αποτέλεσμα είναι η πλήρης εξάντληση των χρηστών μετά από μια μακρά περίοδο συνεχούς κατάχρησης.
Οι τακτικοί χρήστες που καταφεύγουν σε μεγάλες δόσεις αμφεταμίνης μπορεί να εμφανίσουν παραλήρημα, ψευδαισθήσεις και παρανοϊκό ιδεασμό. Η βαριά χρήση αμφεταμίνης μπορεί να βλάψει τα αιμοφόρα αγγεία και να προκαλέσει καρδιακή προσβολή, ιδίως σε όσους έχουν ήδη υψηλή αρτηριακή πίεση ή καρδιακά προβλήματα.
Κοκαϊνη
Γνωστή στους χρήστες και ως «κόκα» ή «τσάρλι». C
Στο παρελθόν η κοκαΐνη χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή φαρμάκων ή τονωτικών για μια σειρά συμπτωμάτων και οι γιατροί από παλαιά έχουν διαπιστώσει ότι πολύ γρήγορα μπορεί κανείς να εθισθεί στην ουσία αυτή.
Η κοκαΐνη χρησιμοποιούνταν συνήθως ως τοπικό αναισθητικό για μικροεπεμβάσεις, αλλά στις μέρες μας είναι περισσότερο διαδεδομένη η χρήση συνθετικών αναισθητικών. Η κοκαΐνη δεν έχει άλλες ιατρικές χρήσεις.
Η κοκαΐνη είναι ένα ισχυρό διεγερτικό που παράγεται από τα φύλλα του θάμνου της κόκας, ο οποίος ευδοκιμεί στην Κολομβία, το Περού και τη Βολιβία. Υπάρχει ένα τεράστιο διεθνές παράνομο εμπόριο της κοκαΐνης σε όλες της τις μορφές. Συχνά αυτή πωλείται υπό μορφή λεπτή κρυσταλλικής σκόνης, αναμεμιγμένης με αδρανείς ουσίες, όπως ταλκ ή ζάχαρη άχνη, ή και με αναισθητικά ή διεγερτικά. Συνήθως ρουφιέται με την μύτη («σνιφάρεται») με ένα καλαμάκι ή με ένα ρολό χαρτιού. Μερικοί χρήστες τοποθετούν τη σκόνη κάτω από τη γλώσσα τους και στα ούλα. Μπορεί επίσης κανείς να την καπνίσει ή να την πάρει σε ενέσιμη μορφή. Όπως συμβαίνει και με κάθε άλλη ουσία που σνιφάρεται, η κοκαΐνη μπορεί να βλάψει τη ρινική μεμβράνη.
Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η σπανιότητα και το υψηλό κόστος της κοκαΐνης, είχαν ως αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή ως το ναρκωτικό των πλούσιων, π.χ. των κινηματογραφικών αστέρων. Στη δεκαετία του ’90 η τιμή της έπεσε και ήταν πια πιο εύκολο να την προμηθευτεί κανείς. Παρότι το κόστος της ήταν ακόμη σχετικά υψηλό, η ευκολία με την οποία την έβρισκε κανείς καθώς και η ψευδής πεποίθηση ότι αυτή δεν είναι εθιστική είχε ως αποτέλεσμα την εκτεταμένη χρήση της μεταξύ των νέων.
Κοκαΐνη κρακ
Γνωστή στους χρήστες και ως «πέτρα» ή βράχος .
To
υδροχλωρίδιο
της κοκαΐνης μπορεί να μετατραπεί σε χημική βάση μέσω μιας σχετικά απλής διαδικασίας. Ωστόσο αυτή η «ελεύθερη μετατροπή» είναι επικίνδυνη, διότι οι διαλυτικές ουσίες που απαιτούνται είναι ιδιαίτερα εύφλεκτες. Η μορφή κοκαΐνης που προκύπτει αποκαλείται «ελεύθερη βάση» ή κρακ και έχει τη μορφή σχετικά μεγάλων κρυστάλλων. Το κρακ είναι καθαρή κοκαΐνη, μη διαλυτή στο νερό, για αυτό και μπορεί μόνο να καπνιστεί. Όσο το καπνίζει κανείς, ακούγεται ένας ήχος, εξ ου και το όνομα κρακ. Το κρακ απορροφάται στον οργανισμό πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι η κοκαΐνη που σνιφάρει κανείς, για αυτό και παρουσιάζει ταχύτερα αποτελέσματα. Αποτελεί πολύ ισχυρή εκδοχή κοκαΐνης και είναι άκρως εθιστική, με αποτέλεσμα να παρατηρείται βαριά κατάχρησή της.
Γενικά, η κοκαΐνη προκαλεί αισθήματα ψυχικής ευφορίας και ιλαρότητας. Οι χρήστες νιώθουν ζωτικότητα, είναι ομιλητικοί και σε πνευματική εγρήγορση, ιδίως σε ό,τι αφορά τις αισθήσεις της όρασης και της ακοής, ενώ και η αφή οξύνεται. Η κοκαΐνη μειώνει επίσης την όρεξη και τη διάθεση για ύπνο. Η επίδραση της κοκαΐνης είναι από πολλές απόψεις όμοια με αυτή των αμφεταμινών υπό την έννοια ότι και η κοκαΐνη μπορεί να προκαλέσει άγχος ή κρίσεις πανικού. Τα παρεπόμενα της χρήσης κοκαΐνης μπορεί να είναι μεταξύ άλλων η κόπωση και η κατάθλιψη, ενώ η υπερβολική δόση μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο από καρδιακή προσβολή.
Όταν κανείς σνιφάρει κοκαΐνη, η επίδραση αρχίζει να φαίνεται λίγο μετά, κορυφώνεται μετά την παρέλευση 15-30 λεπτών και εξαφανίζεται μετά από 30 λεπτά έως 2 ώρες. Καθώς η επίδραση διαρκεί λίγο, ο χρήστης μπαίνει στον πειρασμό να επαναλαμβάνει τη δόση, συνήθως κάθε μισάωρο, προκειμένου να διατηρήσει το ίδιο αποτέλεσμα. Οι πολλές επαναλαμβανόμενες δόσεις εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη αναστάτωση, άγχος ή παράνοια. Η παρόρμηση να επαναλαμβάνει κανείς τη χρήση είναι ισχυρότερη στο κράκ απ’ ό,τι στην κοινή κοκαΐνη.
Αυτό συμβαίνει γιατί η επίδραση είναι άμεση και περνά γρήγορα. Οι χρήστες του κρακ συχνά κάνουν και ξανακάνουν χρήση μετά από πολύ μικρά χρονικά διαλείμματα, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την ανεβασμένη διάθεσή τους.
Αν η κοκαΐνη λαμβάνεται επί μακρό χρονικό διάστημα, η ανεβασμένη διάθεση αντικαθίσταται συνήθως από ανησυχία, ακραία ευερεθιστότητα, αϋπνία, παρερμηνευτικότητα και εντέλει ψευδαισθήσεις και παραλήρημα. Τα συμπτώματα αυτά είναι παρόμοια με την ψύχωση που προκαλεί η αμφεταμίνη και την σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου, μολονότι συνήθως εξαφανίζονται όταν διακόπτεται η χρήση της ουσίας.
Προς το παρόν δεν είναι γνωστές ενδείξεις ανοχής στην επίδραση της κοκαΐνης. Οι χρήστες είναι σε θέση να παίρνουν την ίδια δόση επί μακρόν και να έχουν τα ίδια αποτελέσματα. Ωστόσο, κάποιοι χρήστες αυξάνουν όντως τη δόση τους, προσπαθώντας να εντείνουν και να επιμηκύνουν την επίδραση. Ασαφές επίσης παραμένει αν αναπτύσσεται σωματική εξάρτηση στο υδροχλωρίδιο της κοκαΐνης. Πάντως, όταν άτομα που κάνουν βαριά τακτική χρήση σταματούν τη λήψη, βιώνουν μια ισχυρή αρνητική αντίδραση, γεγονός που ενδέχεται να υποδηλώνει σωματική εξάρτηση. 
|
Η κοκαΐνη κρακ δημιουργεί όντως ισχυρή σωματική εξάρτηση. Με την τακτική βαριά χρήση εκδηλώνονται όλο και περισσότερο δυσάρεστα συμπτώματα. Η ευφορία αντικαθίσταται από την ανησυχία, την υπερ-ευερεθιστότητα και τη ναυτία, που με την παρατεταμένη χρήση μπορούν να καταλήξουν σε ψύχωση παρανοϊκού τύπου. Οι τακτικοί χρήστες μπορεί να εμφανίζουν χρόνια νευρικότητα και ταραχή, να είναι ευερέθιστοι και παρανοειδείς. Συχνή είναι και η σύγχυση, ως αποτέλεσμα της εξάντλησης, λόγω έλλειψης ύπνου.
Σε όσους κάνουν βαριά χρήση μπορεί να αναπτυχθεί έντονη ψυχολογική εξάρτηση, καθώς αυτοί υποφέρουν από έντονη κατάθλιψη όταν ξεμένουν από κοκαΐνη. Η κατάθλιψη κοπάζει μόνο με τη λήψη μιας ακόμη δόσης. Πειραματικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι η κοκαΐνη ενδέχεται να είναι η ουσία απέναντι στην οποία αναπτύσσεται μεγαλύτερη ψυχολογική εξάρτηση απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη. Οι τακτικοί χρήστες, αναφέρουν ότι όταν δεν παίρνουν κοκαΐνη έχουν διαταραχές ύπνου και όρεξης, κατάθλιψη και άγχος και η λαχτάρα για την ουσία τους οδηγεί εκ νέου στη χρήση.
Είναι δυνατός ο θάνατος από υπερβολική δόση κοκαΐνης, λόγω σπασμών, καρδιακής προσβολής ή καταστολής των εγκεφαλικών κέντρων που ελέγχουν την αναπνοή. Το χρόνιο σνιφάρισμα κοκαΐνης μπορεί να προκαλέσει πνιγηρότητα, χρόνιο ρινικό κατάρρου, έκζεμα και βλάπτει τους ρινικούς βλεννογόνους και τη μεταξύ των ρουθουνιών περιοχή. Οι χρήστες που λαμβάνουν την ουσία με ένεση, επιπλέον διατρέχουν κίνδυνο λοίμωξης από τις βελόνες που τυχόν μοιράζονται με άλλους. Η χρήση κοκαΐνης συνιστά σοβαρό κίνδυνο για την ψυχική υγεία. Η τακτική χρήση μπορεί να οδηγήσει σε άγχος, παράνοια και ψύχωση, προκαλώντας μόνιμα ψυχικά προβλήματα.
Διαβάστε περισσότερα για τα Παραισθησιογόνα
|